16 Ιαν 2012

Τάσος Μαντζαβίνος: Ο καραγκιόζης την εποχή της κρίσης


Ο Τάσος Μαντζαβίνος αναπνέει για να δημιουργεί και δημιουργεί για να αναπνέει. Η σκέψη του κάθε στιγμή είναι στο πως θα ανασυνθέσει την ομορφιά, σχολιάζοντας την ασχήμια. Χρησιμοποιεί υλικά από τα όνειρα, συχνά στην πιο δυναμική στιγμή τους, τον εφιάλτη. Ζωγραφίζει ωραίους πίνακες, αναζητώντας με φόβο και λατρεία την άσχημη εκδοχή των προσώπων ή των πραγμάτων. Κι ο Καραγκιόζης είναι αρκετά άσχημος για να γίνει ένα από τα αρχέγονα σύμβολα του ζωγράφου, αλλά όχι μόνο γι αυτό. Συντρέχουν και πολλοί άλλοι λόγοι που το θέατρο των σκιών βγαίνει αυτή την εποχή πιο έντονα στο προσκήνιο της ζωγραφικής του και γίνεται η έκθεση «Εγώ και ο καραγκιόζης» που θα παρουσιαστεί στην αίθουσα τέχνης Σκουφά.


Για τον Τάσο Μαντζαβίνο η ασχήμια κρύβει μέσα της την άρνηση, την ανυπακοή, την αντίδραση. Η ζωγραφική είναι επανάσταση. Ο ζωγράφος που απεχθάνεται κάθε είδους εξωραϊσμό, πιστεύει ότι «ο καραγκιόζης είναι ράπισμα στη διάχυτη αισθητική του τίποτα και στο “φτιασίδωμα” στην τέχνη». «Υπάρχει από τη μια η αγάπη για τον καραγκιόζη και από την άλλη η αντίδραση, γιατί σαν αντίδραση έκανα πάντα αυτή τη ζωγραφική που κάνω», προσθέτει. Ο ζωγράφος δεν θέλγεται από την ιδεολογία του καραγκιόζη, αντίθετα πιστεύει ότι ο πολιτισμός του νεοπλουτισμού που πάει να δύσει μέσα σε έντονες κρίσεις, έχει οικειοποιηθεί τον καραγκιόζη και τον έχει απολαϊκοποιήσει. Ο ίδιος ο Καραγκιόζης δεν έχει πολιτική συνείδηση γιατί είναι λούμπεν στοιχείο και ο Χατζηαβάτης είναι το κατ’ εξοχήν «λαμόγιο», ανάμεσα στο λαό και την εξουσία του Πασά. «Δεν είμαι σύμφωνος με την ιδεολογία του καραγκιόζη, τον χρησιμοποιώ. Του βάζω άλλα λόγια. Εχω κάνει τον Καραγκιόζη να τρώει ξύλο από τη μάνα του. Είναι κακό που τη δεδομένη στιγμή ο λαός έχει ταυτιστεί με τον καραγκιόζη», λέει ο ζωγράφος.


 Πώς γίνεται όμως ο Τάσος Μαντζαβίνος να αναζητεί τον καραγκιόζη ως τον πατέρα της ζωγραφικής του; Ο ίδιος διευκρινίζει ότι ασχολείται με το εικαστικό μέρος του θεάτρου σκιών: «Πρώτα μου αρέσει ο καραγκιόζης ως εικαστική παρουσία. Είναι το μόνο πράγμα που έχω. Ως ζωγράφος ψάχνω το στίγμα μου. Δεν είμαι ευρωπαίος, δεν είμαι ανατολίτης. Εγώ θα πρέπει να ασχοληθώ με αυτά που βρήκα εδώ, στο δικό μου σταυροδρόμι, τα αρχαία, τη βυζαντινή ζωγραφική, τη λαϊκή τέχνη, τον καραγκιόζη. Ο καθένας βρίσκει το δρόμο του, όταν αναβαπτιστεί στην παράδοσή του. Για μένα, αυτή τη ζωγραφική έχουμε. Είναι αυτό που λες, έχω έναν πατέρα και είναι καλός ό,τι και να είναι. Εμάς ο εικαστικός μας πατέρας είναι ο καραγκιόζης και όλα τα άλλα».

Οι διανοούμενοι είχαν εκτιμήσει από παλιά την αυθεντικότητα του Καραγκιόζη και συνέβαλαν να βγει το θέατρο σκιών από  τα κακόφημα θεάματα. Ο Αγγελος Σικελιανός έγραφε στον Σωτήρη Σπαθάρη: «Η Τέχνη Σου είναι στη βάση της λαϊκής ψυχής και ζωής και μακάριος που την αντικρύζει με τη σοβαρότητα που της οφείλεται. Μέσα της δεν κατασταλάζει μόνο η λαγαρή θυμοσοφία του λαού μας προς στ’ ανάποδα του κόσμου, αλλά ξεσκεπάζεται κι η πηγαία δύναμη πο ’χει μέσα του και με την οποία υπερνικά αυτά τα ανάποδα με ψυχισμό ασύγκριτο (…)». Και ο Γιάννης Τσαρούχης συμπλήρωνε αργότερα: «Υπάρχει μια χυμώδης χάρη για μια ηρωική διάθεση με πολλή αφέλεια που σου γοητεύει τις αισθήσεις και σε πείθει πως αλλιώς δεν μπορεί να είναι, παρά να πηγάζει μέσα απ’ τον ίδιο τον άνθρωπο».


Πάντα ο Τάσος Μαντζαβίνος ζωγράφιζε τον καραγκιόζη, συχνά με τα δικά του χαρακτηριστικά, και τους άλλους ήρωες του θεάτρου σκιών. Πριν αρχίσει να ασχολείται εντατικά με τον καραγκιόζη, ζωγράφιζε ακατάπαυστα για ένα διάστημα λήσταρχους, τον Φώτη Γιαγκούλα και τους άλλους ρομπέν των ορέων στη λαϊκή φαντασία, με άγρια γένια και σταυρωτά τα φισεκλίκια, πάνω από το γιλέκο και την ελληνοπρεπή φουστανέλα. Είναι τυχαίο; «Σύμπτωση» λέει ο ζωγράφος. «Ήλθε μόνο του. Η ίδια η ζωγραφική μου, με το δρόμο που πήρε, συναντήθηκε με τον καραγκιόζη. Έχω ξεχάσει ότι ζωγραφίζω τον καραγκιόζη». Όταν το καλοσκέπτεται όμως, παραδέχεται ότι υπάρχει η ιδέα της αντίδρασης στην κατάσταση που βιώνουμε: «Κατά βάθος ο καραγκιόζης είναι στοιχείο αιρετικό, αναρχικό, επαναστατικό, είναι ένα “φτύσιμο”. Και εμένα μου αρέσει η τέχνη που δεν είναι κομψή. Μου αρέσει η αμεσότητα που έχει, η πηγαία έκφραση. Η ζωγραφική μου δεν είναι “σαλονάτη” και εν συνειδήσει δεν είναι “σαλονάτη”. Προτείνει αισθητική, μια καινούργια αισθητική. Οι πίνακες δεν είναι στολίδια και δεν γουστάρουν να παίζουν ρόλο στο δείπνο ενός πλουσίου. Αν η τέχνη δεν τσιγκλάει την αισθητική, τότε γιατί να υπάρχει;».


Η κρίση φαίνεται πως έχει απασχολήσει πολύ τον Τάσο Μαντζαβίνο, όπως και η επόμενη ημέρα: «Η κρίση είναι μεθοδευμένη με τρόπο επιστημονικό για να ευνουχιστεί και πολιτιστικά ο Ελληνας, να μη σκέπτεται. Είναι γενικότερη πολιτιστική παρακμή. Αυτό έγινε τυχαία; Καθόλου. Κάναμε κι εμείς πολλά σφάλματα. Το μεγαλύτερο ήταν που πετάξαμε στα σκουπίδια τους βυζαντινούς ναΐσκους πάνω από τα αρχαία ερείπια, αυτούς που συμβόλιζαν τη συνέχειά. Ως πότε θα ζούμε από την κλασική παιδεία της Ευρώπης; Να ξεχωρίσουμε από τους αρχαίους και να αρχίσουμε να παράγουμε νεότερο πολιτισμό. Αλλά για να υπάρξει αυτός ο πολιτισμός θα πρέπει να υπάρξουν και αποδέκτες του. Αλλά αυτή την εποχή το να σκέπτεσαι είναι κόπος. Αν συνεχίσουμε έτσι χωρίς αυτοσυνείδηση, μπερδεμένοι, ταπεινωμένοι, ευνουχισμένοι, χωρίς περηφάνια, όλο και πιο πολύ θα μοιάζουμε στον καραγκιόζη»

Η έκθεση του Τάσου Μαντζαβίνου «Ο καραγκιόζης κι εγώ» εγκαινιάζεται σήμερα Τρίτη 17 Ιανουαρίου, στην Γκαλερί Σκουφά (Σκουφά 4, Κολωνάκι) και θα διαρκέσει έως τις 11 Φεβρουαρίου.

Το αυτοβιογραφικό βιβλίο του Τάσου Μανταβίνου «Η δύναμίς μου εν ασθενεία τελειούται» θα παρουσιαστεί στις 23 Ιανουαρίου στο Ιδρυμα Νέες Μορφές (Βαλαωρίτου 9, Κολωνάκι).

11 Ιαν 2012

Η πενία τέχνας κατεργάζεται


«Η πενία της Ελλάδος επέβαλε τη λιτότητα και αυτή η ίδια η πενία οδήγησε σε μια μεγάλη ελευθερία της σκέψεως και της φαντασίας (...)»

Γιάννης Τσαρούχης, περιοδικό «Ζυγός», Νο 6, 1956

14 Δεκ 2011

Stephen Antonakos: Ο καλλιτέχνης που έφερε το neon


Φανταστείτε έναν καλλιτέχνη με πρωτοποριακή ματιά, στις αρχές της επαναστατικής δεκαετίας του 1960, να περπατά στους νυχτερινούς δρόμους του Μανχάταν, στο επίκεντρο της Νέας Υόρκης. Η αμφισβήτηση γενικώς και ειδικά των παραδοσιακών ιδιωμάτων της τέχνης, υπάρχει ήδη διάχυτη παντού, όπως οι φωτεινές επιγραφές με νέον (neon) – ότι πιο σύγχρονο τότε στη γλώσσα της διαφημιστικής επικοινωνίας – σκόρπιζαν τα έντονα χρώματά τους και μηνύματά τους παντού. Ξαφνικά ο καλλιτέχνης δεν έβλεπε πλέον το διαφημιστικό μήνυμα, αλλά σκεφτόταν τα δικά του μηνύματα ειπωμένα με αυτό το μέσο, με τη γλώσσα του νέον. Ακόμη και η ανάμνηση ενός ξωκλησιού, τη μοναδική που ο καλλιτέχνης είχε φέρει μαζί του από τη μακρινή πατρίδα του, κι αυτή θα την μετουσιώσει και θα την παρουσιάσει με το υλικό των επιγραφών του Μανχάταν.


Από τη στιγμή που ο καλλιτέχνης διαβάζει μια ποιητική και διαβλέπει ένα διαφορετικό μήνυμα από το κυριολεκτικό που έχουν ταχθεί τα πράγματα να εκπέμπουν, τότε έχουμε μια στιγμή πρωτοπορίας στην τέχνη. Όπως θα γράψει ο Braian O’Doherty «τέτοιες σπάνιες στιγμές θεωρούνται ιερές στο μοντερνισμό, ιδίως με τη γέννηση της αφαίρεσης, όταν ο Kandinsky είδε, ένα σούρουπο, κάτι που μετέδιδε όχι την ταυτότητά του αλλά ένα ασταθές σύμπλεγμα σχημάτων και χρωμάτων. Ο Antonakos έχει αρνηθεί σθεναρά να προσδώσει οποιαδήποτε κυριολεκτική σημασία στα έργα με νέον, θέση που τη διατήρησε μέχρι που τα ξωκλήσια του επέμειναν, ενάντια στη μεταμοντέρνα τακτική, να αναδείξουν μια πνευματική συνιστώσα».

Από το 1960 μέχρι σήμερα, ο Στήβεν Αντωνάκος (1926) παρουσιάζει έργα νέον, τα οποία έχουν άμεση σχέση με την αρχιτεκτονική (αλλά και έργα σε χαρτί) σε πάνω από 100 ατομικές και περισσότερες από 200 ομαδικές εκθέσεις στη Νέα Υόρκη όπου ζει και λειτουργεί το ατελιέ του, την Ευρώπη και την Ιαπωνία. Επίσης έχει δημιουργήσει πάνω από 45 μόνιμα έργα σε δημόσιους χώρους ανά τον κόσμο.


Καθώς ο Αντωνάκος υπήρξε πρωτοπόρος στη χρήση του νέον και οι γλυπτικές συνθέσεις του βασίζονται σε αυτό το υλικό. Αν και αποτελεί σύμβολο της τεχνολογικής εξέλιξης και της σκληρότητας της μηχανοποιημένης εποχής μας, εν τούτοις μπορεί να είναι εκφραστικό και να δημιουργεί γύρω του πεδίο σκέψεων, όπως το έργο «Procession» («Πομπή»), το οποίο είναι εγκατεστημένο στο σταθμό Αμπελόκηποι του μετρό. Οι επιβάτες βρίσκονται στην καθημερινή ζωή τους μέσα σε έναν ενεργό χώρο, τον οποίο έχει διαμορφώσει η συνδιάλεξη μεταξύ αυτού και των αφηρημένων φωτεινών σχημάτων με νέον, των κυματιστών γραμμών και των γωνιών, που του προσδίδουν ζωή και εκφραστικότητα. Τέτοια ατμόσφαιρα διαμορφώνουν οι δημιουργίες του Αντωνάκου και στον χώρο των αίθουσών τέχνης, με μεγαλύτερη ένταση ίσως, καθώς αυτός έχει διαμορφωθεί ειδικά για να λειτουργούν τα έργα τέχνης. Ο ίδιος έχει πει: «Ο χώρος είναι πολύ σημαντικός για τη δουλειά μου. Τον χρησιμοποιώ όλο για να δείξω κάθε ένα έργο αυτόνομα και για να μπουν σε μια σχέση από και προς μέσα στον χώρο, καθώς τον διασχίζεις».


Σε μια από τις εκθέσεις του, το σύνθημα του καλλιτέχνη ήταν «δεν υπάρχει τίποτα πιο μυστηριώδες από την απλότητα». Και εξακολουθεί να πιστεύει σε αυτό, επιστρατεύοντας την αμεσότητα. Τίποτε πιο απλό αλλά και πιο μυστηριώδες από τα απτά αντικείμενα μέσα σε πραγματικούς χώρους. Ακόμη και ο σταυρός, σύμβολο το οποίο εμφανίζεται σε πολλά έργα του Αντωνάκου, είναι για τον ίδιο «ό,τι βλέπετε. Δεν υπάρχει κανένα μυστήριο. Όλα εξαρτώνται από το πού τον βλέπετε τοποθετημένο».

Κι όμως, ειδικά στα έργα του από τη σειρά «Chapels» («Παρεκκλήσια») – τα οποία παρουσιάστηκαν πρώτη φορά το 1989 – υπάρχει μυστήριο σε αυτούς τους χώρους διαλογισμού με νέον, καθώς είναι πάντα μυστηριακή η σχέση με την ορθόδοξη πίστη. Ο Στήβεν Αντωνάκος υπογραμμίζει:« Είμαι ορθόδοξος. Δεν θα μπορούσα να κάνω τέτοια έργα αν δεν είχα θρησκευτική πίστη». Αυτό είναι το νήμα που συνδέει τον καλλιτέχνη της ελληνικής διασποράς με το μικρό χωριό της Λακωνίας, τον Άγιο Νικόλαο, τη γενέτειρά του, από την οποία έφυγε μόλις 4 ετών μαζί με την οικογένειά του για να εγκατασταθούν στη Νέα Υόρκη. Όπως έχει ο ίδιος εκμυστηρευτεί δεν θυμάται πολλά πράγματα. Το μόνο που του έχει μείνει είναι η εικόνα ενός μικρού ξωκλησιού. Αυτό είναι η βασική ανάμνησή του.
Η επιμελήτρια της αναδρομικής έκθεσης του Στήβεν Αντωνάκου στο Μουσείο Μπενάκη Κατερίνα Κοσκινά, είχε σημειώσει: «Ο Stephen Antonakos επιβεβαιώνει για μια ακόμη φορά ότι μπορεί να δημιουργεί με ασήμαντα στοιχεία του σύγχρονου αστικού τοπίου μια έξω-κοσμική ατμόσφαιρα, η οποία οδηγεί το θεατή στην επανανακάλυψη του μυστικού και ιερού χαρακτήρα της τέχνης».


Ο Στήβεν Αντωνάκος επαναβεβαιώνει τη φιλοσοφία της απλότητας, σχολιάζοντας και με την ευκαιρία της έκθεσής του που λειτούργησε έως τα τέλη Οκτωβρίου στο Παλαιό Ελαιουργείο, στην παραλία της Ελευσίνας: «Το μόνο που θέλω από στη ζωή μου και στην τέχνη μου, είναι να βρω τα απλούστερα μέσα για να μιλήσω για πιο πολύπλοκα πράγματα». Και για μια ακόμη φορά δείχνει με την ίδια απλότητα ότι η πρωτοπορία δεν είναι μια μοναχική πορεία κάποιου που τρέχει μπροστά, αλλά στηρίζεται και σε αρχέγονες αξίες, όπως της συλλογικότητας: «Ο καθένας μας ζει μόνο μια φορά. Είναι σημαντικό να πιστεύεις στον εαυτό σου και να λαμβάνεις αποφάσεις και να ξέρεις ότι κανείς δε ζει μόνος του και κανείς δεν εργάζεται μόνος. Είναι σημαντικό να αφοσιωθείς στο έργο, το έργο που μόνο εσύ μπορείς να κάνεις και, όπως λέει ο Καβάφης, «κάν’το όσο μπορείς καλύτερα».

Το έργο «The Search» που εξέθεσε στην Ελευσίνα, συντίθεται από παρεμβάσεις με νέον σε περίπου τριάντα σημεία του υποβλητικού παλιού βιομηχανικού χώρου. Καθώς ο καλλιτέχνης δουλεύει επί δεκαετίες στις βιομηχανικές εγκαταστάσεις, προσδοκά από τον θεατής θα αναζητήσει, θα βρει και θα βιώσει με τις δικές του εμπειρίες μερικές από τις πιο σύνθετες ιδέες που ο Αντωνάκος έχει βρει στη ζωή και την τέχνη του.

30 Οκτ 2011

Τα φαντάσματα του Γκόγια στη Θεσσαλονίκη


Σήμερα είδαμε μια συγκλονιστική έκθεση χαρακτικών του σπουδαίου Φρανσίσκο Γκόγια στο Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης. Παρουσιάζονται 211 χαλκογραφίες (ακουατίντα και στιλβωμένο βερνίκι οι περισσότερες, κάποιες με προσθήκες ακιδογραφίας και καλεμιού) από τέσσερις πλήρεις σειρές «Καπρίτσια», «Δεινά του Πολέμου», «Παροιμίες» και «Ταυρομαχίες», η οποίες ανήκουν στην Εθνική Πινακοθήκη.


Ο Γκόγια συναντά στο Τελλόγλειο έως τις 29 Ιανουαρίου τον Μπετόβεν. Και οι δυο ήταν κουφοί, αλλά άκουγαν πολύ καλά τα μηνύματα της εποχής τους, που δυστυχώς έχουν αρχίσει να στοιχειώνουν και τη δική μας εποχή. Από τα «Καπρίτσια», μια κριτική των ηθών της κοινωνίας της εποχής - μιλάμε για δεύτερο μισό του 18ου αιώνα και τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα - εμείς έχουμε προχωρήσει πολύ πιο μπροστά, τόσο, όσο να τα βλέπουμε τόσο αθώα. Όμως νομίζαμε ότι είχαμε ηρεμήσει από τα «Δεινά του Πολέμου». Και κάπου εδώ ζουν ξανά τα φαντάσματα που ο Γκόγια χάραξε μεταξύ 1810-1820. Στη χαλκογραφία Νο 28  με τον τίτλο Populacho (Όχλος) οι στρατιώτες του Ναπολέοντα που έχουν εισβάλει στην Ισπανία σοδομίζουν έναν αντίπαλό τους. Μας θύμισε πολύ έντονα το τέλος του Μουαμάρ Καντάφι. Δεν γνωρίζουμε από πρώτο χέρι τι σήμαινε το καθεστώς του πρώην ηγέτη της Λιβύης για το λαό του. Αυτό που ξέρουμε είναι ότι αυτοί που σοδομίζουν με συνοπτικές διαδικασίες, υπό τα φλας των υπερσύχρονων κινητών τηλεφώνων, τον πρώην ηγέτη της χώρας τους, αποκλείεται να εγκαταστήσουν ένα δίκαιο και ανθρώπινο καθεστώς. Αυτό δεν προέκυψε ούτε μέσα από τους αλαλαγμούς γύρω από την κρεμάλα του Σαντάμ Χουσεΐν που τον αποκεφάλισε και πολύ περισσότερο δεν προέκυψε μετά τις γκιλοτίνες της πιο ελπιδοφόρας και φιλοσοφημένης Γαλλικής Επανάστασης. Αντιθέτως ενέσκυψε ο Μέγας Ναπολέων που οι στρατιώτες του επιστράτευαν απίστευτη βία για να επιβάλουν στους άλλους την ελευθερία τους.  


Τα χαρακτικά που σχολιάζουν τις θανάσιμες συνέπειες του πολέμου της Ισπανίας κατά του Βοναπάρτη δεν δημοσιεύτηκαν όσο ζούσε ο Γκόγια, παρά το 1863, 35 χρόνια μετά το θάνατό του. Αν και καταγγελτικός και επαναστάτης ο ζωγράφος,υπερίσχυσε της ιδεολογικής ταυτότητάς του, η θέση του στην Αυλή του βασιλιά, που με την εισβολή των Γάλλων έγινε αβέβαιη και προβληματική. 

Όλα αυτά τα δεινά του πολέμου μπορεί να φαντάζουν ξένα και μακρινά, αλλά μια από τις επόμενες χαλκογραφίες, η Νο 42, έχει τον τίτλο «Όλα είναι μαλλιά-κουβάρια», πραγματικότητα που δεν είναι τόσο ξένη και τόσο μακρινή από τη δική μας κοινωνία, στην οποία έχει ήδη πέσει ο σπόρος της απανθρωπιάς και της βίας και δεν ξέρουμε ακόμη σε πιο ύψος θα βλαστήσει. Και το πιο άσχημο τέλος σε όλη αυτή την ιστορία, το βάζει ο ίδιος ο Γκόγια. Στην προ τελευταία χαλκογραφία της σειράς με τα «Δεινά του Πολέμου» διαπιστώνει: «Πέθανε η αλήθεια». Και στην τελευταία, τη Νο 80, αναρωτιέται: «Θα αναστηθεί ξανά;»... 

6 Οκτ 2011

Άναρχες σκέψεις (και ζωγραφιές) του Νίκου Κυριακόπουλου για τη Μεσσηνία

Κορώνη, παραλία Ζάγκα
Η Μεσσηνία μοιάζει να συνοψίζει το μεσογειακό τοπίο. Συκιές και φραγκοσυκιές ξεφυτρώνουν άναρχα παντού. Κατακόκκινα χρώματα με λιόδεντρα, ήλιος, θάλασσα. Αυλές με κλήματα, σπίτια πέτρινα και πλίθινα. Αγρότες με χαραγμένα πρόσωπα στήνουν καλύβια στη δημοσιά και πουλάνε ντομάτες, πατάτες, καρπούζια, κολοκύθια. Γουρουνοπούλες ψήνονται παντού. Κόσμος στα καφενεία. Σφέλα, λαλάγκια, λάδι και κόκορας με χυλοπίτες. Γίδια βόσκουν στα ερείπια του κάστρου της Κορώνης που τα χαλάσματά του βουτάνε στη θάλασσα. Αγροτική ζωή. Οι γυναίκες περιμένουν να πάνε για δουλειά, να μαζέψουν σύκα, ελιές... Ψάρια, χταπόδια. Η Μεσόγειος όπως την είδαν ο Corot, ο Van Gogh, ο Picasso και οι αρχαίοι...

Καλαμάκι, παραλία Σπηλιά

27 Σεπ 2011

Ο Σπύρος Αγγελόπουλος γράφει για την Ύδρα


Το μοναστήρι των γάτων

Πρέπει λοιπόν να γράψω κάτι για την Υδρα. Για τις ομορφιές της κυρίως. Αν ήμουν ταξιδιωτικός πράκτορας θα έγραφα ότι μπορεί κάποιος να χαρεί το μπάνιο του στην παραλία του Βλυχού, για παράδειγμα. Πόσο ωραία φαγητά μπορεί να φάει στο εστιατόριο της Αννίτας ή ότι μπορεί να πιει το ποτό του σε ένα από τα υπέροχα μπαράκια της («Αναλούρ», «Πειρατής», «Υδρονέτα»). Ακόμα θα έγραφα για τα θαυμάσια εικαστικά δρώμενα, όπως αυτά που φιλοξενούνται από το ίδρυμα ΔΕΣΤΕ και για το καθιερωμένο πλέον Hydra School Project. Για όλα αυτά, και για άλλα τόσα, θα μπορούσα να γράψω εάν ήμουν ταξιδιωτικός πράκτορας. Δεν είμαι όμως. Αφ' ης στιγμής όλα αυτά τα γνωρίσματα της Υδρας περνούν σε δεύτερο πλάνο. Στο πρώτο κυριαρχεί μια άλλη εικόνα της. Αυτή του νησιού με τις γάτες. Του νησιού με τις εκκλησίες. Δεν ξέρω για ποιον ακριβώς λόγο, αλλά εδώ και δέκα χρόνια που πηγαίνω στην Υδρα έχω την αίσθηση πως το νησί αυτό δεν ανήκει στους ανθρώπους του, αλλά στους γάτους του. Οι γάτοι το έχουν ανακαλύψει, οι γάτοι το έχουν χτίσει και αυτοί το χρησιμοποιούν ως έναν τεράστιο χώρο λατρείας. Απλώς μας αφήνουν να πηγαίνουμε εκεί ως τουρίστες για να θαυμάσουμε τη μεταφυσική ησυχία που επικρατεί στο τεράστιο μοναστήρι τους. Ως τέτοιος λοιπόν πρέπει να πάει κάποιος στην Υδρα. Ως ένας ευγνώμων φιλοξενούμενος. Και μερικές φορές ως αλλόκοτος προσκυνητής στον θεό κάποιου άλλου. Τότε ίσως αισθανθεί τα μάτια του να λαμπυρίζουν στο σκοτάδι, τις αισθήσεις του να οξύνονται. Τότε ίσως μόνο μπορέσει να αποβάλει το προφίλ του και να ζήσει στο τώρα. Δεν μπορώ να φανταστώ καλύτερο λόγο για να επισκεφτεί ένας άνθρωπος την Υδρα. Ή αλλιώς το μοναστήρι των γάτων.


Ο Σπύρος Αγγελόπουλος είναι ζωγράφος και το κείμενό του δημοσιεύτηκε στα «Ταξίδια» του «Βήματος» την Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου μαζί με τα ανάγλυφα που φιλοτέχνησε εφέτος το καλοκαίρι στην Ύδρα.

8 Σεπ 2011

Ο Αλέκος Κυραρίνης γράφει για τη λαϊκή τέχνη στην Τήνο

Ο τήνιος λαϊκός τεχνίτης ανέκαθεν, κυριότερα όμως τον 18ο και 19ο αιώνα, ανέπτυξε την ειδική εκείνη αρετή της έκφρασης και της καλλιτεχνίας. Είναι άλλο πράγμα η τέχνη και άλλο η καλλιτεχνία. Η τέχνη έχει ως μέγιστο σκοπό την ευγενή λεπτότητα και το κύρος τής μεγαλουργίας, ενώ η καλλιτεχνία την πρακτική και ρέουσα λατρεία της ευγενικής μνήμης. Κατακλυσμένος ο δημιουργός των λαϊκών έργων από τον μύθο και ευαίσθητος προς τη φύση της Τήνου, η οποία θεολογεί σε κάθε της λεπτομέρεια, «μουρμούρισε» με τα φαντάσματα των μεγάλων δημιουργών της αρχαιότητας και τις Αγιότητες της χριστιανικής του παράδοσης.

Μία τηνιακή γιαγιά πριν από χρόνια μου είπε ότι στον «αέρα της Τήνου έχει ερωτόσκονη». Εγώ τώρα θα έλεγα ότι έχει το αυθεντικό και γενναίο υλικό της δημιουργικής μελαγχολίας. Τεχνικές αναλύσεις των έργων τόσων αιώνων νομίζω ωχριούν μπροστά στο απλούστατο συμπέρασμα ότι η δημιουργία σε αυτόν τον τόπο υπήρξε μια συγκυρία μοναδική σε γοητεία και ευρύτητα. Σίγουρα και οι πολιτικές και οικονομικές συνθήκες ευνόησαν (Ενετοκρατία, εμπόριο, κ.ά.) όμως οι βαθύτεροι λόγοι νομίζω ότι είναι εσωτερικότεροι της ιστορικής προφάνειας, έγκεινται στην παράδοση και τη διδαχή μιας λατρείας ιλιγγιώδους προς τη φύση και τον Θεό. Η λαϊκή τέχνη μεταχειρίζεται τα μοτίβο και τη λιτή αίσθηση των μορφών σε λίγες γραμμές μιας πάντα αποκαθηλωτικής ευκρίνειας προς το νόημα του ανθρώπου μέσα στον κόσμο. Αυτό επιτυγχάνεται μόνο μέσω μιας παράδοσης της συνειδήσεως των ορίων του ορατού και αόρατου κόσμου.


O Αλέκος Κυραρίνης είναι ζωγράφος