30 Οκτ 2011

Τα φαντάσματα του Γκόγια στη Θεσσαλονίκη


Σήμερα είδαμε μια συγκλονιστική έκθεση χαρακτικών του σπουδαίου Φρανσίσκο Γκόγια στο Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης. Παρουσιάζονται 211 χαλκογραφίες (ακουατίντα και στιλβωμένο βερνίκι οι περισσότερες, κάποιες με προσθήκες ακιδογραφίας και καλεμιού) από τέσσερις πλήρεις σειρές «Καπρίτσια», «Δεινά του Πολέμου», «Παροιμίες» και «Ταυρομαχίες», η οποίες ανήκουν στην Εθνική Πινακοθήκη.


Ο Γκόγια συναντά στο Τελλόγλειο έως τις 29 Ιανουαρίου τον Μπετόβεν. Και οι δυο ήταν κουφοί, αλλά άκουγαν πολύ καλά τα μηνύματα της εποχής τους, που δυστυχώς έχουν αρχίσει να στοιχειώνουν και τη δική μας εποχή. Από τα «Καπρίτσια», μια κριτική των ηθών της κοινωνίας της εποχής - μιλάμε για δεύτερο μισό του 18ου αιώνα και τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα - εμείς έχουμε προχωρήσει πολύ πιο μπροστά, τόσο, όσο να τα βλέπουμε τόσο αθώα. Όμως νομίζαμε ότι είχαμε ηρεμήσει από τα «Δεινά του Πολέμου». Και κάπου εδώ ζουν ξανά τα φαντάσματα που ο Γκόγια χάραξε μεταξύ 1810-1820. Στη χαλκογραφία Νο 28  με τον τίτλο Populacho (Όχλος) οι στρατιώτες του Ναπολέοντα που έχουν εισβάλει στην Ισπανία σοδομίζουν έναν αντίπαλό τους. Μας θύμισε πολύ έντονα το τέλος του Μουαμάρ Καντάφι. Δεν γνωρίζουμε από πρώτο χέρι τι σήμαινε το καθεστώς του πρώην ηγέτη της Λιβύης για το λαό του. Αυτό που ξέρουμε είναι ότι αυτοί που σοδομίζουν με συνοπτικές διαδικασίες, υπό τα φλας των υπερσύχρονων κινητών τηλεφώνων, τον πρώην ηγέτη της χώρας τους, αποκλείεται να εγκαταστήσουν ένα δίκαιο και ανθρώπινο καθεστώς. Αυτό δεν προέκυψε ούτε μέσα από τους αλαλαγμούς γύρω από την κρεμάλα του Σαντάμ Χουσεΐν που τον αποκεφάλισε και πολύ περισσότερο δεν προέκυψε μετά τις γκιλοτίνες της πιο ελπιδοφόρας και φιλοσοφημένης Γαλλικής Επανάστασης. Αντιθέτως ενέσκυψε ο Μέγας Ναπολέων που οι στρατιώτες του επιστράτευαν απίστευτη βία για να επιβάλουν στους άλλους την ελευθερία τους.  


Τα χαρακτικά που σχολιάζουν τις θανάσιμες συνέπειες του πολέμου της Ισπανίας κατά του Βοναπάρτη δεν δημοσιεύτηκαν όσο ζούσε ο Γκόγια, παρά το 1863, 35 χρόνια μετά το θάνατό του. Αν και καταγγελτικός και επαναστάτης ο ζωγράφος,υπερίσχυσε της ιδεολογικής ταυτότητάς του, η θέση του στην Αυλή του βασιλιά, που με την εισβολή των Γάλλων έγινε αβέβαιη και προβληματική. 

Όλα αυτά τα δεινά του πολέμου μπορεί να φαντάζουν ξένα και μακρινά, αλλά μια από τις επόμενες χαλκογραφίες, η Νο 42, έχει τον τίτλο «Όλα είναι μαλλιά-κουβάρια», πραγματικότητα που δεν είναι τόσο ξένη και τόσο μακρινή από τη δική μας κοινωνία, στην οποία έχει ήδη πέσει ο σπόρος της απανθρωπιάς και της βίας και δεν ξέρουμε ακόμη σε πιο ύψος θα βλαστήσει. Και το πιο άσχημο τέλος σε όλη αυτή την ιστορία, το βάζει ο ίδιος ο Γκόγια. Στην προ τελευταία χαλκογραφία της σειράς με τα «Δεινά του Πολέμου» διαπιστώνει: «Πέθανε η αλήθεια». Και στην τελευταία, τη Νο 80, αναρωτιέται: «Θα αναστηθεί ξανά;»... 

6 Οκτ 2011

Άναρχες σκέψεις (και ζωγραφιές) του Νίκου Κυριακόπουλου για τη Μεσσηνία

Κορώνη, παραλία Ζάγκα
Η Μεσσηνία μοιάζει να συνοψίζει το μεσογειακό τοπίο. Συκιές και φραγκοσυκιές ξεφυτρώνουν άναρχα παντού. Κατακόκκινα χρώματα με λιόδεντρα, ήλιος, θάλασσα. Αυλές με κλήματα, σπίτια πέτρινα και πλίθινα. Αγρότες με χαραγμένα πρόσωπα στήνουν καλύβια στη δημοσιά και πουλάνε ντομάτες, πατάτες, καρπούζια, κολοκύθια. Γουρουνοπούλες ψήνονται παντού. Κόσμος στα καφενεία. Σφέλα, λαλάγκια, λάδι και κόκορας με χυλοπίτες. Γίδια βόσκουν στα ερείπια του κάστρου της Κορώνης που τα χαλάσματά του βουτάνε στη θάλασσα. Αγροτική ζωή. Οι γυναίκες περιμένουν να πάνε για δουλειά, να μαζέψουν σύκα, ελιές... Ψάρια, χταπόδια. Η Μεσόγειος όπως την είδαν ο Corot, ο Van Gogh, ο Picasso και οι αρχαίοι...

Καλαμάκι, παραλία Σπηλιά

27 Σεπ 2011

Ο Σπύρος Αγγελόπουλος γράφει για την Ύδρα


Το μοναστήρι των γάτων

Πρέπει λοιπόν να γράψω κάτι για την Υδρα. Για τις ομορφιές της κυρίως. Αν ήμουν ταξιδιωτικός πράκτορας θα έγραφα ότι μπορεί κάποιος να χαρεί το μπάνιο του στην παραλία του Βλυχού, για παράδειγμα. Πόσο ωραία φαγητά μπορεί να φάει στο εστιατόριο της Αννίτας ή ότι μπορεί να πιει το ποτό του σε ένα από τα υπέροχα μπαράκια της («Αναλούρ», «Πειρατής», «Υδρονέτα»). Ακόμα θα έγραφα για τα θαυμάσια εικαστικά δρώμενα, όπως αυτά που φιλοξενούνται από το ίδρυμα ΔΕΣΤΕ και για το καθιερωμένο πλέον Hydra School Project. Για όλα αυτά, και για άλλα τόσα, θα μπορούσα να γράψω εάν ήμουν ταξιδιωτικός πράκτορας. Δεν είμαι όμως. Αφ' ης στιγμής όλα αυτά τα γνωρίσματα της Υδρας περνούν σε δεύτερο πλάνο. Στο πρώτο κυριαρχεί μια άλλη εικόνα της. Αυτή του νησιού με τις γάτες. Του νησιού με τις εκκλησίες. Δεν ξέρω για ποιον ακριβώς λόγο, αλλά εδώ και δέκα χρόνια που πηγαίνω στην Υδρα έχω την αίσθηση πως το νησί αυτό δεν ανήκει στους ανθρώπους του, αλλά στους γάτους του. Οι γάτοι το έχουν ανακαλύψει, οι γάτοι το έχουν χτίσει και αυτοί το χρησιμοποιούν ως έναν τεράστιο χώρο λατρείας. Απλώς μας αφήνουν να πηγαίνουμε εκεί ως τουρίστες για να θαυμάσουμε τη μεταφυσική ησυχία που επικρατεί στο τεράστιο μοναστήρι τους. Ως τέτοιος λοιπόν πρέπει να πάει κάποιος στην Υδρα. Ως ένας ευγνώμων φιλοξενούμενος. Και μερικές φορές ως αλλόκοτος προσκυνητής στον θεό κάποιου άλλου. Τότε ίσως αισθανθεί τα μάτια του να λαμπυρίζουν στο σκοτάδι, τις αισθήσεις του να οξύνονται. Τότε ίσως μόνο μπορέσει να αποβάλει το προφίλ του και να ζήσει στο τώρα. Δεν μπορώ να φανταστώ καλύτερο λόγο για να επισκεφτεί ένας άνθρωπος την Υδρα. Ή αλλιώς το μοναστήρι των γάτων.


Ο Σπύρος Αγγελόπουλος είναι ζωγράφος και το κείμενό του δημοσιεύτηκε στα «Ταξίδια» του «Βήματος» την Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου μαζί με τα ανάγλυφα που φιλοτέχνησε εφέτος το καλοκαίρι στην Ύδρα.

8 Σεπ 2011

Ο Αλέκος Κυραρίνης γράφει για τη λαϊκή τέχνη στην Τήνο

Ο τήνιος λαϊκός τεχνίτης ανέκαθεν, κυριότερα όμως τον 18ο και 19ο αιώνα, ανέπτυξε την ειδική εκείνη αρετή της έκφρασης και της καλλιτεχνίας. Είναι άλλο πράγμα η τέχνη και άλλο η καλλιτεχνία. Η τέχνη έχει ως μέγιστο σκοπό την ευγενή λεπτότητα και το κύρος τής μεγαλουργίας, ενώ η καλλιτεχνία την πρακτική και ρέουσα λατρεία της ευγενικής μνήμης. Κατακλυσμένος ο δημιουργός των λαϊκών έργων από τον μύθο και ευαίσθητος προς τη φύση της Τήνου, η οποία θεολογεί σε κάθε της λεπτομέρεια, «μουρμούρισε» με τα φαντάσματα των μεγάλων δημιουργών της αρχαιότητας και τις Αγιότητες της χριστιανικής του παράδοσης.

Μία τηνιακή γιαγιά πριν από χρόνια μου είπε ότι στον «αέρα της Τήνου έχει ερωτόσκονη». Εγώ τώρα θα έλεγα ότι έχει το αυθεντικό και γενναίο υλικό της δημιουργικής μελαγχολίας. Τεχνικές αναλύσεις των έργων τόσων αιώνων νομίζω ωχριούν μπροστά στο απλούστατο συμπέρασμα ότι η δημιουργία σε αυτόν τον τόπο υπήρξε μια συγκυρία μοναδική σε γοητεία και ευρύτητα. Σίγουρα και οι πολιτικές και οικονομικές συνθήκες ευνόησαν (Ενετοκρατία, εμπόριο, κ.ά.) όμως οι βαθύτεροι λόγοι νομίζω ότι είναι εσωτερικότεροι της ιστορικής προφάνειας, έγκεινται στην παράδοση και τη διδαχή μιας λατρείας ιλιγγιώδους προς τη φύση και τον Θεό. Η λαϊκή τέχνη μεταχειρίζεται τα μοτίβο και τη λιτή αίσθηση των μορφών σε λίγες γραμμές μιας πάντα αποκαθηλωτικής ευκρίνειας προς το νόημα του ανθρώπου μέσα στον κόσμο. Αυτό επιτυγχάνεται μόνο μέσω μιας παράδοσης της συνειδήσεως των ορίων του ορατού και αόρατου κόσμου.


O Αλέκος Κυραρίνης είναι ζωγράφος

16 Αυγ 2011

«Σημειώσεις Αιγίνης» του Πάβλου Χαμπίδη



Δεν μπόρεσα να δω την έκθεση με τα σχέδια της Αίγινας του Πάβλου Χαμπίδη, που έγινε από 4 έως 14 Αυγούστου στο Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο του νησιού. Μπορώ να την φανταστώ όμως γιατί έχω δει και ξέρω πως δουλεύει ο Πάβλος τα ταξιδιωτικά «σημειωματάριά» του. Το «σημειωματάριο» έχει μόνο την έννοια της γρήγορης υφαρπαγής των εικόνων με ασαφή ίχνη μελάνης και ελάχιστης ακουαρέλας, που όμως δίνουν ένα πολύ σαφές σκίτσο του πνεύματος του τόπου. Κι οι σημειώσεις του είναι μια ολοκληρωμένη ματιά πάνω στον τόπο, τον υλικό και τον άυλο, το τοπίο και την ψυχή του. Έτσι έκανε στα «σημειωματάριά» του για την Αθήνα, τις Βρυξέλλες, την Κωνσταντινούπολη, την Πρέβεζα, έτσι, φαντάζομαι, ότι θα έκανε και στην Αίγινα. Δεν θα μπορούσε να περάσει, μόλις αποβιβάστηκε από το καράβι, μπροστά από το νεοκλασικό σπίτι στο χρώμα της ώχρας ή τα πλωτά μανάβικα, χωρίς να καθίσει απέναντί τους και να απλώσει τα λιτά συνέργά του και να αρχίσει να αποτυπώνει τη ματιά του πάνω τους. Το ίδιο φαντάζομαι ότι έκανε για για την κλειστή αγορά της πολιτείας, το ζαχαροπλαστείο όπου σύχναζε ο Γιάννης Μόραλης, τον περίφημο ναό της Αφαίας, την Παλιόχωρα, την Παχειά Ράχη. Η επιμελήτρια της έκθεσης Ίριδα Κρητικού, γράφει ότι όλα αυτά «ενσωματώνονται αρμονικά στη λιτή αλλά πανοραμική του εικονοποιητική αφήγηση». Αυτά μπορώ να τα φανταστώ, όμως δεν είναι αυτά - αν και είναι τα πιο αντιπροσωπευτικά - που κάνουν πανοραμική την αφήγηση του Πάβλου. Η ματιά του σταματά και στα μικρά του μικρόκοσμου που περιεργάζεται και την κάνουν πραγματικά πανοραμική. Στις λεπτομέρειες που αγγίζουν την ψυχή του τόπου. Δεν μπορώ να φανταστώ πού ο Πάβλος βρήκε αυτή τη φορά τα πιο μικρά κομμάτα της ψυχής της Αίγινας. Από αυτή την άποψη έχασα το «μυστικό» της έκθεσης, το πιο ενδιαφέρον, νομίζω, κομμάτι της... 


23 Ιουν 2011

Πανηγύρια και πανηγυράκια του Απόστολου Χαντζαρά στη Νάξο


Πανηγύρι χρωμάτων και αισθημάτων
Η Νάξος έχει ενδοχώρα, εσωτερικό κόσμο, ο οποίος μπορεί να κρύψει έναν ολάκερο άλλον κόσμο. Γι αυτό στο Κορφί τ’ Αρωνιού, το μυστήριο συμπλέκεται με τον ορθό λόγο σε έναν φανταστικό χορό. Κι όπου μπλέκουν η φαντασία με την πραγματικότητα, τον πρώτο λόγο έχει ο θρύλος και μετά ο χρωστήρας του ζωγράφου. Ο Απόστολος Χαντζαράς, ζωγράφος με όλο το είναι του, έπιασε το μήνυμα κρυφοκοίταξε την κρύπτη της Νάξου, την πάλλουσα ψυχή των χωρών του Αρχιπελάγους. Ψυχανεμιζόταν ότι κάτι παράξενο συμβαίνει, ότι γινόμαστε κοινωνοί ενός μυστηρίου χωρίς να το συνειδητοποιούμε καλά-καλά. Και σε αυτή τη φάση της ζωγραφικής του είδε καταγεγραμμένο στα χρωμοσώματα του Αιγαίου, τη γιορτή στη χάρη θεών, ηρώων και αγίων και το πανηγύρι, το ξέσπασμα ψυχής των ανθρώπων που μεγαλώνουν με χαρές, καημούς, μεράκια και νοσταλγία, κάτι σαν τη θεϊκή αίσθηση της χαρμολύπης βαπτισμένη στο κιτρόρακο.


Δεν έχει νόημα να σκορπίζεσαι για να εξηγήσεις τα ανεξήγητα, αφού όσο το προσπαθείς, τόσο αυτά περιπλέκονται. Δεν κοιτάζεις τα δρώμενα αμήχανα όπως οι ξένοι επισκέπτες που αναρωτιούνται «τι θέλουν να πουν αυτοί;» Αρπάζεις την άκρη του χορού όπου κι αν βρίσκεσαι, στα πανηγύρια της Παναγίας στο Φιλότι της Νάξου, στην Όλυμπο της Καρπάθου, στην Πέρα Παναγία της Κάσου, στην Πορταΐτισσα στην Αστυπάλαια, στην Παναγία του Χάρου στους Λειψούς, και την άκρη της ιστορίας…


Μόλις γεννήθηκε, εδώ λένε, ο Διόνυσος, άρχισαν να χορεύουν ξέφρενα όλα του νησιού τα ξωτικά. Αν όντως είναι έτσι, και γιατί να μην είναι, τότε η Νάξος είναι η πατρίδα του γλεντιού και του πανηγυριού. Είναι λοιπόν ευχής έργο που ο Απόστολος Χαντζαράς δείχνει πρώτα εδώ τα πανηγύρια και τα πανηγυράκια του. Γιατί όλα εκείνα τα ξωτικά, οι σάτυροι, οι κένταυροι, οι βουκόλοι, οι αυλητές, οι μούσες, οι νύμφες, οι νεράιδες – ο ίδιος ο συνοδός του Διονύσου, ο τραγοπόδαρος Πάνας – συνεχίζουν να χορεύουν αντικριστά μέσα στη νοσταλγία για τα χρόνια της αθωότητας. Κι ο ζωγράφος καταγράφει το χορό τους με έντονα χρώματα, ευθέως ανάλογα με την ένταση των συναισθημάτων που διαχέουν τα βουβά, μάλλον, ξωτικά. Ούτως ή άλλως αυτό είναι το πανηγύρι. Μια συλλογική βουή, ένα ατομικό ξέσπασμα ψυχής, έκρηξη χρωμάτων και αισθημάτων, με νόημα. ..


Παίρνουμε λοιπόν το σφαχτό στους ώμους και τη λύρα ή το βιολί στο χέρι και αρχίζουμε να ανηφορίζουμε για την αυλή της εκκλησιάς. Το τομάρι του σφαχτού της θυσίας, θα το κάνουμε μετά τσαμπούνα. Κάπως έτσι αρχίζει η ιεροτελεστία του πανηγυριού, μια μοντέρνα θυσία, μια τελετή μύησης στα μυστήρια της κοινότητας. Καλώς βρεθήκαμε στον ζωτικό χώρο μας, «να σ΄έβρω». Πάει να πει πίνω εγώ τώρα αλλά είσαι υποχρεωμένος να πιεις κι εσύ μετά. Και σηκώνουμε το ποτήρι μας, παλιότερα το κοινό γυάλινο ποτήρι μας που πηγαινοερχόταν στα χείλη, για το χατίρι της παρέας, γιατί ανήκουμε, είμαστε μια ομάδα που τώρα όλοι πίνουμε, όλοι συμμετέχουμε: «άδειασέ μας το ποτήρι και δεν κάνουμε χατίρι» τραγουδούν στην Κάρπαθο, εκεί που αυτή η δήλωση συμμετοχής στα κοινά παίρνει έναν μοναδικά τελετουργικό χαρακτήρα. Η λύρα, η τσαμπούνα και το χειροκρότημα της παρέας παίζουν την «κούπα την μονεμβασιά», και οι προεξάρχοντες του γλεντιού, οι μερακλήδες, προτρέπουν έναν-έναν ονομαστικά να ανεβάσει την κούπα στα επουράνια, για ζωή, να την κατεβάσει στα καταχθόνια, για θάνατο, και στο τέλος να την αδειάσει για να βρει η κορφή τον πάτο…


Μ’ αυτά και μ’ αυτά σηκώνονται οι χορευτές από τον πάγκο τους και μπαίνουν στη μέση της ομήγυρης, σαν φιγούρες που μόλις αποκολλήθηκαν από τις καμπύλες ενός αρχαίου, μελανόμορφου ή ερυθρόμορφου αμφορέα. Όπως ακριβώς οι χορευτές σηκώνουν τα χέρια κινούμενοι σε έναν πανάρχαιο πυρρίχιο, έτσι πελεκούν και το μάρμαρο για να φτιάξουν προς τιμή του θεού της μουσικής Απόλλωνα, γιγάντιους κούρους ξαπλωμένους ανάμεσα στα ξερά χορτάρια ή την λεπτή Αφροδίτη της Μήλου. Ζουν δηλαδή ανάμεσα σε σύμβολα και ψηφία των μινωικών γραφών, παρόμοια με αυτά που οι ίδιοι χαράζουν με ασβέστη πάνω στο τσιμέντο ή στον βράχο, όταν έχουν γιορτές και πανηγύρια.


Το χάραγμα, από τις ζωγραφιές στους τοίχους των σπηλαίων μέχρι τις πλάκες με τα βραχογραφήματα που έχουν βρεθεί και στη Νάξο, είναι μια αρχέγονη ανάγκη του ανθρώπου. Έτσι, τα έργα του Απόστολου Χαντζαρά αρχίζουν από την «άγρια» χαρακτική και πηγαίνουν σε μια επίσης αρχέγονη έκφραση, τον χορό. Οι φιγούρες του χορεύουν και πάνε, αλλά που πάνε; Όταν κρατάς στα υψωμένα χέρια σου την άκρη του νήματος, εύκολα μπορείς να τυλίγεις και να ξετυλίγεις το κουβάρι του χρόνου χωρίς να χαθείς. Αρκεί, όπως ο τραγουδοποιός λέγει, να μας έχει ο Θεός , πάντα γερούς, εμάς και τον δεσμό μας, γι να ανταμώνουμε και να ξεφαντώνουμε…


Νικόλας Γ. Μαστροπαύλος

Πολιτισμολόγος

Το κείμενο δημοσιεύεται στον κατάλογο της έκθεσης του Απόστολου Χαντζαρά, η οποία θα εγκαινιαστεί στις 11 Αυγούστου στην Fish & Olive gallery στο Χαλκί της Νάξου.

22 Ιουν 2011

Η «Νύχτα» του Δημήτρη Σεβαστάκη


Πρόσωπα, συνομιλίες, μικρές γραφές, παραστάσεις, νύχτες, σημάδια μιας αχανούς, προσωπικής πόλης. Πέντε χρόνια μετά τα «Κτισμένα Σχόλια…» που παρουσιάστηκαν στο Μουσείο Μπενάκη, ο ζωγράφος Δημήτρης Α. Σεβαστάκης, εκθέτει τις δυσκολίες και τις αβεβαιότητές του, τα νεύματα ενός παρατεταμένου προσωπικού ερωτήματος. Η ζωγραφική ως γλώσσα και η γενιά του ως βιωματική επικράτεια , κτίζουν και σβήνουν τις ζωγραφιές. Στην αίθουσα Τέχνης William James παρουσιάζονται αστικά και φυσικά τοπία , φιγούρες και ίχνη. Ακρυλικά, λάδια και ακουαρέλλες συνθέτουν το ημερολόγιο των αποσπασμάτων.

Ο Δημήτρης Α. Σεβαστάκης γεννήθηκε το 1960. Σπούδασε στην ΑΣΚΤ με δασκάλους τους Μόραλη, Μυταρά, Αρβανίτη, Κούκο. Έχει κάνει έντεκα ατομικές εκθέσεις σε γκαλερί και μουσεία του Αθηναϊκού κέντρου κυρίως και έχει λάβει μέρος σε πολλές ομαδικές, στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Με το έργο του έχουν ασχοληθεί έγκριτοι θεωρητικοί της τέχνης και αισθητικής. Έργα του βρίσκονται σε ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Από το 2000 διδάσκει Ζωγραφική και Εννοιολογικές Προσεγγίσεις Σχεδιαστικών Προβλημάτων στη Σχολή Αρχιτεκτόνων του ΕΜΠ. Κείμενά του για την τέχνη και την πολιτική δημοσιεύονται σε Αθηναϊκές εφημερίδες (Ελευθεροτυπία, Αυγή, Καθημερινή, Δρόμος κ.α.) και σε περιοδικά και συλλογικούς τόμους τέχνης και θεωρίας. Συμμετέχει σε επιστημονικές ομάδες, σε συνέδρια και πολιτιστικές δράσεις με επίκεντρο προβλήματα της σύγχρονης πολιτικής και πολιτιστικής σκηνής.


Info:
Η έκθεση θα διαρκέσει έως τις 10 Ιουλίου,
Αίθουσα Τέχνης William James, Υμηττού 64 Χολαργός, τηλ. 210 6534326, www. wjames.gr