13 Ιαν 2011

Ο Αλέκος Κυραρίνης μεταξύ αγγέλου και δράκου

Ο Αλέκος Κυραρίνης (Αθήνα 1976) είναι από τους πιο ψαγμένους καλλιτέχνες της νέας γενιάς. Ίσως κανείς άλλος δεν βασανίζει τόσο πολύ τα υλικά του και δεν υποβάλει σε τόσα μαρτύρια την έμπνευσή του. Και στις τέσσερις προσωπικές εκθέσεις που έχει ήδη παρουσιάσει, εμφανίζεται μπροστά στο κοινό με ένα καινούργιο πρόσωπο. Αμέσως μετά την πρώτη έκθεσή του, άρχισε να υπονομεύει τη γραμμική ευσέβειά του και να τα βάζει με το… πινέλο. «Θέλω να μην υπάρχει πινέλο στη ζωγραφική μου», λέει. «Θέλω τα έργα μου να έχουν τις χάρες της εφαρμοσμένης τέχνης». Αλλά και πάλι δεν θέλει να αποκαλύπτεται ακριβώς η τεχνική που ακολουθεί. Το ατελιέ του μοιάζει με εργαστήριο μυστικοπαθή αλχημιστή. Εκεί είχαν συσσωρευτεί πλήθος σχέδια με τη νέα τεχνική του, η οποία έχει τελικά πινέλο αλλά δεν φαίνεται. Εκατοντάδες σχέδια, όλα διαφορετικά, τα περισσότερα από τα οποία πετάχτηκαν στα σκουπίδια. Εμειναν λίγα για τη ζωγραφική επένδυση του περιοδικού «Νέα Ευθύνη» το οποίο επανεκδίδεται. Ακόμη λιγότερα, 52 σχέδια, εκτέθηκαν από 28 Σεπτεμβρίου έως 30 Οκτωβρίου 2010 στον Χώρο Τέχνης 24.
Στη ζωγραφική περιπέτεια του Αλέκου Κυραρίνη το μόνο που μένει σταθερό στο κέντρο της, είναι η διαμάχη (ή και η συνύπαρξη) του καλού και του κακού, του αγγέλου και του δράκου. Τα σχόλια του πάνω σε αυτή τη διαμάχη και τη συνύπαρξη, ο δημιουργός θέλει να τα εκφράσει με πολύ ωραίο τρόπο και όπως λέει ο ίδιος «σκυλιάζει» για να το καταφέρει. Προσπαθεί συνεχώς, δοκιμάζει, πειραματίζεται και στο τέλος κάτι μένει. «Κι αν ένα έργο τέχνης είναι καλό, θα έχει και καλή φτιαξιά». Σε αυτό βρίσκεται το μυστικό της συνεχούς εικαστικής αναζήτησης. «Στη ζωγραφική το τι και το πώς δεν διαχωρίζονται» σχολιάζει. Γι αυτό σκαρφίζεται χίλιες δυο πατέντες για να εμφανίζεται το έργο του σίγουρο, χωρίς να ρυτιδώνεται από καμιά αμηχανία, «να είναι καθαρό και άρτιο», όπως αυτά τα σχέδια που παρουσιάζονται στην έκθεση. Καθαρά σαν τη χειροποίητη δαντέλα της γιαγιάς και άρτιο σαν βυζαντινή αγιογραφία. Εξάλλου και ο Αλέκος Κυραρίνης θέλει να συγκρίνονται τα έργα του με αντικείμενα άμεσης καθημερινής χρήσης, αλλά που έχουν φτιαχτεί με έναν εμπνευσμένο από τη μοντέρνα τέχνη κανόνα.

11 Φεβ 2010

Ο Ερως και ο Αντέρως της ζωγραφικής

Μονοτυπία του Παύλου Χαμπίδη

Δύο αρχαίες ανταγωνιστικές θεότητες, ο Ερως και ο Αντέρως, παρουσιάζονται από σήμερα Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου το βράδυ, στην Γκαλερί της Ερσης (Κλεομένους 4, Κολωνάκι), ως φιγούρες του καλού και του κακού. Σε αυτή την ομαδική έκθεση ζωγραφικής τα πορτραίτα του φωτεινού Ερωτα και του σκοτεινού Αντέρωτα αποτυπώνονται στα πρόσωπα και τις φιγούρες των ανθρώπων και των ζώων, στον μαύρο σκύλο του Μαντζαβίνου, στο λευκό άλογο και την ηλικιωμένη αγωγιάτισσα του Αδαμόπουλου, στη μάσκα χωρίς μάτια του Σακαγιάν, στη μαύρη, δυναμική μορφή του Θεοφυλακτόπουλου, στο ξαπλωμένο, γυμνό σώμα του Ψυχοπαίδη, στα σώματα του Φασιανού, του Σαρακατσιάνου και του Λιβάνη, στα ερωτικά σχέδια του Παπατριανταφυλλόπουλου, στον Ερωτα και τον Αντέρωτα του Χαμπίδη, στις φυσιογνωμίες από παλιό σινεμά του Μπότσογλου, στα ανθρωπόμορφα, παράξενα σχήματα του Δεκεμβρίου του Χουλιαρά και στα έργα άλλων δεκαπέντε ζωγράφων. Η έκθεση θα διαρκέσει έως τις 20 Φεβρουαρίου.

20 Δεκ 2009

Το ταξίδι του Ιωάννη Μόραλη

Ο Ιωάννης Μόραλης στο «Αιάκειο» της Αίγινα το καλοκαίρι του 2008, περιστοιχισμένος από τους μαθητές του Παύλο Σάμιο, Δημήτρη Σεβαστάκη και Δημήτρη Κούκο

Ο Ιωάννης Μόραλης είχε πλήθος φοιτητών στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, στην οποία δίδαξε επί σειρά ετών. Όλοι τον προσφωνούσαν με απεριόριστο σεβασμό «δάσκαλε». Ακόμη και σε στιγμές αγωνίας, όπως πριν από λίγες ώρες όταν ο Δημήτρη Κούκος ζητούσε να μάθει με «σπασμένη» από τη συγκίνηση φωνή: «Είναι αλήθεια, έφυγε ο δάσκαλος;». Όντως, ο δάσκαλος των περισσότερων καταξιωμένων ζωγράφων και ο δάσκαλος όλων μας, όσων γοητεύονται από την Τέχνη, έφυγε. Έφυγε ο τελευταίος της εμπνευσμένης γενιάς του '30. Ένα σπουδαίο ιδεολογικό εφόδιο έχασε τη ζωντάνια του. Το έργο, οι ιδέες, είναι αθάνατες. Η ανθρώπινη επαφή όμως, η παρέα, οι συζητήσεις οι διανθισμένες με ανέκδοτα που καταλήγουν σε μια σημαντική αλήθεια, είναι φθαρτές. Πεθαίνουν μαζί με τους ανθρώπους και γίνονται αναμνήσεις. Κι όταν γίνονται αναμνήσεις παύουν να είναι ζωντανές, αλλά συνεχίζουν να είναι πολύτιμες. Θυμάμαι μια απλή συνάντηση στο παραδοσιακό ζαχαροπλαστείο «Αιάκειο» στην προκυμαία της Αίγινας τον Αύγουστο του 2008, που για εμένα είχε εξελιχθεί σε μυσταγωγία. Μεταξύ καφέ και αμυγδαλωτού, η κουβέντα το έφερε να θυμηθεί ο δάσκαλος ότι οι άλλοι καθηγητές στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών τον ρωτούσαν γιατί δεν έβαζε ποτέ μηδέν. Μα νομίζω, μας έλεγε, ότι καμιά ανθρώπινη προσπάθεια δεν αξίζει μηδέν. Πάντα αξίζει κάτι παραπάνω. Λυπάμαι που δεν θα ακούσω ξανά τέτοια συγκλονιστικά, με τον πιο φυσικό τρόπο, από το στόμα του Ιωάννη Μόραλη. Και χαίρομαι για τις λίγες ευκαιρίες που είχα να τα ακούσω. Μα πιο πολύ από όλα χαίρομαι γιατί υπήρξε ένας τέτοιος άνθρωπος, σημαντικός γι αυτούς που τον γνώρισαν και γι αυτούς που δεν τον γνώρισαν.


1 Οκτ 2009

Έλληνες εχάραξαν


Χαρακτική, η τζαζ των εικαστικών τεχνών

Η χαρακτική είναι για τις εικαστικές τέχνες ότι η τζαζ για τη μουσική. Ψυχή της τζαζ είναι ο αυτοσχεδιασμός. Με άλλα λόγια, το απρόβλεπτο ακόμη και για τον ίδιο τον δημιουργό. Αυτό το αισθάνονται και το αποζητούν περισσότερο από όλους οι ζωγράφοι που επιμένουν να εκφράζονται με τη χαρακτική. Τους συναρπάζει είναι η έκπληξη που αποκαλύπτει αργά το τυπωμένο χαρτί, τη στιγμή που ανασηκώνεται από την μελανωμένη και χαραγμένη με εργαλεία ή οξέα μήτρα του όρθιου ή πλάγιου ξύλου, του λινόλεουμ, των μετάλλων, της πέτρας, του πλαστικού και διάφορων άλλων υλικών, εσχάτως και τον σκληρό δίσκο του ηλεκτρονικού υπολογιστή.

Πολλοί ζωγράφοι απάτησαν συχνά τη ζωγραφική, για τα μάτια της χαρακτικής, όπως και πολλοί χαράκτες επέστρεφαν συχνά στη σιγουριά της ζωγραφικής για να ξαποστάσουν από τη δημιουργική εγρήγορση της χαρακτικής. Μεταξύ των ζωγράφων που εχάραξαν, ο Σπύρος Βασιλείου, έγραφε στο περιοδικό «Ζυγός», υπό τον τίτλο «Έλληνες εχάραξαν»: «Η ελληνική λέξη ξυλογραφία που έχει περάσει αυτούσια σε δυτικές και ανατολικές γλώσσες είχε και έχει πάντα ένα γοητευτικό ήχο και ένα ουσιαστικό νόημα στον ελληνικό λόγο».

Στις αρχές του 20ου αιώνα, υπό την επίρροια των νεωτερικών ρευμάτων, η χαρακτική που μέχρι τότε ήταν ταγμένη να υπηρετεί το πρακτικά ωραίο – την εικονογράφηση βιβλίων ή την εκτύπωση θρησκευτικών ενθυμημάτων – άρχισε να μεταμορφώνεται σε αυτόνομη εικαστική έκφραση. Ο δεξιοτέχνης χαράκτης, παραχωρεί τη θέση του στον ευαίσθητο και διορατικό καλλιτέχνη, ο οποίος όμως θα πρέπει να είναι μάστορας. Η νέα εικαστική έκφραση έχει κοινή αφετηρία με τις άλλες – την έμπνευση του δημιουργού, τη σύνθεση και το σχέδιο – αλλά στη δημιουργική πορεία διαφοροποιείται από τις άλλες καθώς το έργο μεταλλάσσεται σημαντικά κατά τη διαδικασία δημιουργίας της μήτρας, τα υλικά (πιεστήριο, χαρτιά, μελάνια, όρθιο ή πλάγιο ξύλο) και η μέθοδος χάραξης (ξυλογραφία, λινόλεουμ, χαλκογραφία, λιθογραφία, μονοτυπία, χάραγμα σε πέτρα, σίδερο και πλαστικό, χειροποίητη μεταξοτυπία, μικτές τεχνικές) σφραγίζουν τη δημιουργία, την τελική μορφή της οποίας καθορίζει η διαδικασία της εκτύπωσης. Αυτή η δυνατότητα δημιουργίας αντιτύπων έκανε τη χαρακτική λαϊκή και πιότερο προσιτή τέχνη.

Όμως, η χαρακτική από χαρακτήρα, επηρεάζεται σημαντικά από τις τεχνολογικές εξελίξεις και είναι επιρρεπής στους πειραματισμούς. Αυτό, με την επέλαση των νέων υλικών και την εμφάνιση των καινούργιων μεθόδων χάραξης – μεταφορικά πλέον και όχι κυριολεκτικά – και εκτύπωσης, τροφοδοτεί ζωηρές συζητήσεις περί την αυθεντικότητα του χαρακτικού. Με απόλυτη σιγουριά μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι το πιο αυθεντικό χαρακτικό είναι εκείνο που ο καλλιτέχνης βρίσκεται μέσα σε όλες τις φάσεις της παραγωγής του, από το σχέδιο μέχρι την εκτύπωση. Και αυτό συμβαίνει στον μέγιστο δυνατό βαθμό στις παραδοσιακές, χειροποίητες μεθόδους, την ξυλογραφία, το λινόλεουμ, τη χαλκογραφία – σε πολύ μεγάλο βαθμό στη μονοτυπία, τη λιθογραφία και τη μεταξοτυπία και σε μικρότερο βαθμό στις ψηφιακές εκτυπώσεις και κάποιες μικτές τεχνικές.

Ένας από τους σπουδαίους χαράκτες μας, ο Γεώργιος Μόσχος, έκλεινε μια σειρά άρθρων του για τους τρόπους της χαρακτικής: «Ας δικαιώσουμε το Στέφαν Τσβάιχ, τον υπέροχο άνθρωπο, που είπε: : ”Κάθε αληθινή αισθητική απόλαυση δεν είναι μια παθητική αποδοχή, αλλά εσωτερική συνεργασία με το έργο”».


Κείμενο από την πρόσκληση της έκθεσης «Έλληνες εχάραξαν», η οποία θα πραγματοποιηθεί από 8 έως 20 Οκτωβρίου 2009 στην Γκαλερί της Έρσης (Κλεομένους 4 Κολωνάκι).

Το ηπειρώτικο τραγούδι του Βασίλη Σταύρου



Η ηχώ της Ηπείρου μοιάζει με το πολυφωνικό κλαρίνο του Tάσου Χαλκιά και τα χρώματά της με την γήινη ζωγραφική του Βασίλη Σταύρου. Και τα δυο είναι τραγούδια ηπειρώτικα, τραγούδια που δεν σε παρακινούν να κάνεις όρεξη, αλλά να βυθιστείς όλο και πιο βαθιά στις σκέψεις και στο συναίσθημα. Όχι, σίγουρα δεν είναι λύπη αυτό που αισθάνεσαι όταν ακούς ένα ηπειρώτικο μοιρολόι, είναι συγκίνηση. Η συγκίνηση έχει μέσα της την κίνηση και η κίνηση την αλλαγή, το καινούργιο. Οι Ηπειρώτες το γνωρίζουν πολύ καλά αυτό, αφού εδώ και αιώνες υπακούουν σε φυγόκεντρες δυνάμεις που τους απωθούν από το γενέθλιο τόπο. Γι αυτό και τα τραγούδια τους είναι θλιμμένα, κι αυτών που φεύγουν κι αυτών που μένουν. Τα χρώματα της γης και της αστραπής, του βλέμματος των μοναχικών ζώων και του πεσμένου φράχτη, της ξεχασμένης σκάλας και των δένδρων με τα κίτρινα φύλλα γύρω από το Αθαμάνιο, είναι σαν ηπειρώτικο μοιρολόι. Όταν όμως αυτοί που φεύγουν καταφέρουν να ξορκίσουν το στοιχειό του φευγιού και να αισθανθούν δυνατότερη την κεντρομόλο δύναμη που τους έλκει προς τον γενέθλιο τόπο, τότε ένα λευκό φως κατεβαίνει από τις κορφές του Τζουμέρκου και πλημμυρίζει το χάος των τραγουδιών τους. Όχι, δεν βάζει τάξη στις σκέψεις τους, ούτε τις στοιχίζει σε μια χαρούμενη σειρά. Είναι σαν να αφαιρεί βάρος από τη σκέψη και το συναίσθημα, την αγωνία του αγνώστου, και τα αφήνει ελεύθερα να ταξιδέψουν. Βλέπετε τώρα το ταξίδι δεν είναι φόβος, αφού δεν είναι προς άγνωστους και ξένους τόπους, αλλά προς τη γνωστή εστία...


Κείμενο από τη μονογραφία του Βασίλη Σταύρου, η οποία κυκλοφόρησε με την ευκαιρία της έκθεσης «Αναδρομή 1968-2009» που θα πραγματοποιηθεί από τις 12 Οκτωβρίου έως τις 15 Νοεμβρίου στα Ιωάννινα, σε αίθουσα της Ζωσιμαίας Παιδαγωγικής Ακαδημίας.

14 Σεπ 2009

Η επιστροφή του Θεόδωρου Παπαγιάννη στο Ελληνικό



Οι Ηπειρώτες φεύγουν από τον τόπο τους για να επιστρέψουν ξανά σε αυτόν και μάλιστα φέρνοντας ακριβά δώρα. Αυτός είναι ο κανόνας και ο διακεκριμένος γλύπτης, καθηγητής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, Θεόδωρος Παπαγιάννης, είναι πολύ αντιπροσωπευτικός Ηπειρώτης. Έφυγε από το Ελληνικό των Κατσανοχωρίων και αφού περιπλανήθηκε στον λαβύρινθο της τέχνης, πέτυχε τους στόχους του, και τώρα επιστρέφει στην σκιά του επιβλητικού Τζουμέρκου, φέρνοντας ως δώρο στους συγχωριανούς του, τα γλυπτά του, όλα αυτά που κατάφερε να αρπάξει από το κέντρο και τις γωνιές του λαβύρινθου. Το μουσείο που θα τα στεγάσει, θα το εγκαινιάσει την ερχόμενη Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου, ένας άλλος αντιπροσωπευτικός Ηπειρώτης, ο πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας Κάρολος Παπούλιας.

Ουσιαστικά, η Ήπειρος δεν έφυγε ποτέ μέσα από το είναι του Θεόδωρου Παπαγιάννη. Τέτοιοι δύσκολοι γενέθλιοι τόποι, είναι πάντα γενναιόδωροι. Λες και θέλουν να αντισταθμίσουν τους πόρους ζωής που δεν έχουν με την πληθώρα των ισχυρών συναισθημάτων που εφοδιάζουν τα παιδιά τους για το ταξίδι της περιπλάνησης και της επιστροφής. Κι εκείνα μιλούν πάντα με τρυφερότητα για τον τόπο τους, για την ιστορία του, για τον πολιτισμό του. Γι αυτό, τούτο το μουσείο μπορεί να είναι μοναδικό. Ο ίδιος ο δημιουργός του, γράφει: «Είναι μοναδικό, γιατί μιλάει για το ψωμί, για τον ευεργέτη, τον ξενιτεμένο, τον πνευματικό άνθρωπο, τον Ηπειρώτη μάστορα, το βοσκό, τον γεωργό, την πολύπαθη Ηπειρώτισσα μάνα και τέλος για τη μάθηση».

Η διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης Μαρίνα Λαμπάρκη-Πλάκα, γράφει: «Ο Θεόδωρος Παπαγιάννης κατάγεται από την Ήπειρο, από μια περιοχή που με την τραχιά της διαμόρφωση, τους γλυπτικούς ορεινούς της όγκους και την πέτρινη αρχιτεκτονική της, αφυπνίζει την ενδιάθετη καλλιτεχνική ροπή και υπαγορεύει την αυστηρότητα και το σεβασμό στη χρήση των υλικών». Ο ακαδημαϊκός Χρύσανθος Χρήστου, συμπληρώνει την ανάλυση της αρχικής ουσίας του γλύπτη: «Ο Θεόδωρος Παπαγιάννης είναι αναμφίβολα μία από τις σημαντικές και χαρακτηριστικές φυσιογνωμίες της νεοελληνικής γλυπτικής. Πρόκειται για ένα γεννημένο γλύπτη, που κατορθώνει να μετατρέπει τα οράματά του, όπως και τα βιώματα και τις συναντήσεις του, με τον κόσμο και τη ζωή, σε μορφές πρόσωπα με καθολικής προεκτάσεις».

Στο έργο του Θεόδωρου Παπαγιάννη, τα απλά, καθημερινά, οικεία πράγματα, παίζουν εξαιρετικό ρόλο. Το ψωμί – το οποίο έχουν αναλάβει εργολαβικά να μας το ετοιμάζουν φουρνάρηδες από την Ήπειρο, ίσως γιατί τόσο δύσκολα το έβγαζαν στον τόπο τους –, ο Βολόσουρας με τον οποίο ήδη από την εποχή του Ομήρου αλώνιζαν το σιτάρι, το σκιάχτρο που έδιωχνε τα πουλιά που επιβουλεύονταν το σιτάρι, η γάστρα για το φαγητό, το βαρίδι που χρησιμοποιούσαν οι Ηπειρώτες μαστόροι της πέτρας, η πλάκα και το κοντύλι, το σάλι της μητέρας μέσα στο οποίο είχε τυλιγμένη τη νέα ζωή, το μωρό της. Όλα αυτά δεν κέντρισαν την ευαισθησία του δημιουργού μόνο, αλλά σαν ρεύμα βουνίσιου αέρα ανοίγουν τις πόρτες του έργου του για να μπουν και οι θεατές μέσα σε αυτό. Σκόπιμα ο γλύπτης έχει προνοήσει θέση γι αυτούς. Έτσι λειτουργεί το έργο του, έτσι φιλοδοξεί να προκόψει και το μουσείο. «Μπορεί το πείραμα να κρύβει και απογοήτευση» λέει. «Ένα μουσείο σύγχρονης τέχνης σε ένα χωριό, δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα. Αν λειτουργήσει θα είναι γιατί αγγίζει τις κοινές εμπειρίες, με αποτέλεσμα οι κάτοικοι να το δουν ως δική τους υπόθεση. Εγώ δίνω αφορμές στον θεατή να πιαστεί, αναγνωρίσιμα υλικά, από αυτά που έγιναν από τα χέρια τους. Τα θεωρώ ιερά πράγματα και σαν τέτοια ήθελα να πέσουν μέσα στο χώρο και να τον καθαγιάσουν».

Ο Θεόδωρος Παπαγιάννης δεν έζησε μόνο με τρυφερές μνήμες, αλλά και με φαντάσματα. Σε μια από τις αίθουσες του σχολείου στις οποίες στεγάζεται το μουσείο, στέκονται τέσσερις μεγάλες ανθρώπινες φιγούρες. «Φιγούρες φαντάσματα» όπως τις χαρακτηρίζει ο ίδιος, «κάτι σαν τις ψυχές των ευεργετών, ξωτικές, απόμακρες, εξαϋλωμένες, στολισμένες με φορεσιές παράξενες, με κάπες ριχτές, που δηλώνουν πλούτη, καταξίωση, προκοπή». Τα υλικά αυτών των γλυπτών είναι αποκαΐδια του ιστορικού κτιρίου του Εθνικού Μετσόβειου Πολυτεχνείου, καμένα δοκάρια, μαυρισμένα καρφιά και άλλα φτωχά υλικά. Ανάμεσά τους ένα καντήλι που συμβολικά καίει μπροστά στις ψυχές τους. «Για τις ψυχές αυτών των καταπληκτικών ανθρώπων που στραβογέρασαν στην ξενιτιά, αλλά δεν ξέχασαν τον τόπο τους» και ζούσαν με τον πόθο και την νοσταλγία του, αλλά και διάθεση προσφοράς. Όπως ο κάθε Ηπειρώτης. Γιατί άραγε; Ο γλύπτης επιχειρεί να απαντήσει: «Ίσως γιατί ο τόπος μας είναι στερημένος πολιτιστικά. Ίσως γιατί έχουμε επίγνωση των δυσκολιών και των κακουχιών που ζουν όσοι δεν έφυγαν. Ίσως γιατί έχουμε πολύ ζωντανό το παράδειγμα των ευεργετών»...
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Το Βήμα», στις 5 Σεπτεμβρίου 2009

19 Αυγ 2009

«Εικόνες από ένα καλοκαίρι» στην Ιθάκη


Τα πιο λαμπερά χρώματα του καλοκαιριού και της θάλασσας έχουν απλωθεί στην αίθουσα τέχνης «Κτιμένη», στο Βαθύ της Ιθάκης, όπου ο ζωγράφος Στάθης Λιβάνης, εκθέτει «Εικόνες από ένα καλοκαίρι», το καλοκαίρι του νησιού του. Ακουαρέλες και ακρυλικά, με τις ελιές στο λιμάνι του Φόρκυνος, όπου οι Φαίακες ακούμπησαν τον κοιμισμένο Οδυσσέα, το μοναχικό δένδρο στην παραλία Λούτσα (φωτογραφία), τις δεμένες ψαρόβαρκες στην προκυμαία στο Βαθύ, όλα τα παλιά και νέα χρώματα, αρώματα και σχήματα τα οποία συνθέτουν τη μυθολογία του νησιού. Κι ο ζωγράφος, ο οποίος επιστρέφει ξανά και ξανά στο νησί του για να αναβαπτίσει την ευαισθησία του στα μυθικά τοπία του, αναμιγνύει σωστά την μαεστρία του στο χειρισμό των χρωμάτων με την λατρεία του για την Ιθάκη και δημιουργεί τελικά τις πιο αισθαντικές εικόνες του καλοκαιριού. Η έκθεση θα διαρκέσει έως τις 30 Αυγούστου.